Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

ΛΥΔΙΑ-ΣΑΡΔΕΙΣ-ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΡΟΙΣΟΣ





Η Λυδία ήταν αρχαία χώρα στη Μικρά Ασία, η κατά τον Όμηρο Μαιονία. Οι κάτοικοί της ονομάζονταν Λυδοί.Βασικά όρια της χώρας αυτής ήταν προς Β. η Μυσία, προς Α. η Φρυγία και προς Ν. η Καρία. Το ανατολικό μέρος αυτής που την διέρρεε ο Έρμος ονομαζόταν «κατακεκαυμένη» από την ηφαιστειώδη όψη του εδάφους. Στα δυτικό της εκτεινόταν η Ιωνία με την ιστορική Ιωνική Δωδεκάπολη στην οποία από νωρίς είχε προστεθεί και η Αιολική αποικία Σμύρνη.Τα όρη της Λυδίας ήταν: προς Β. το Τήμνο, στο μέσον της χώρας ο Τμώλος με τη ψηλότερη κορυφή τη Τέμψη (2129μ) και η Μεσωγίς στα νότια. Μικρότερα όρη ήταν ο Πακτύης με τις παραφυάδες του Πρηώνα και Θώρακα, ο Πάγος, ο Όλυμπος, οι δύο Μαστοί ή Μαστουσία (σημ. τα Δυο αδέλφια). Οι ποταμοί της χώρας ήταν: ο Έρμος με τους παραπόταμους τον Πακτωλό (τον χρυσορρόη ) και το Ύλο, ο Κάυστρος, και στα νότια ο Μαίανδρος. Λίμνες είχε την Γυγαίη (η νεότερα Καλόη), η Σαλόη, η Τορρηβία, οι Σεληνούσιες και το Πηγάσιο. Κοιλάδες αυτές του Έρμου και του Καΰστρου.



Πρώτοι κάτοικοι ήταν οι Χετταίοι. H ανάγνωση χετιτικών επιγραφών από τον Forrer κατέδειξε ότι όταν τη χώρα κατείχαν οι Χετταίοι (περί το 1400 π.Χ) σ΄ αυτή κατοικούσαν και Έλληνες ηγεμόνες. Πρώτη δυναστεία κατά παράδοση ήταν του Άτυος (θεότης του κύκλου της θεάς Κυβέλης) από του γιου του οποίου το όνομα Λυδού είχε πάρει η χώρα το όνομά της. Μετά τη δυναστεία του Άτυος ακολούθησε η δυναστεία των Ηρακλειδών (όχι εκείνη των Δωριέων), δια του Άγρωνος, γιου του Νίνου και εγγονού του Βήλου, που ήταν γιος του Αλκαίου και εγγονός του Ηρακλή. Από αυτή την Ηράκλεια γενεαλογία προερχόταν ο Άγρων αρχηγέτης αυτών των Ηρακλειδών. Η δυναστεία αυτή κατά τον Ηρόδοτο βασίλευσε συνεχώς στη Λυδία «παις παρά πατρός εκδεκόμενος την αρχήν» 505 χρόνια δηλαδή από το 1200 π.Χ. που καταλύθηκε το κράτος των Χετταίων μέχρι του 700 π.Χ. ( 687), όταν ο Μερμνάδης Γύγης σε συνεννόηση με τη Βασίλισσα φόνευσε το τελευταίο Ηρακλείδη Βασιλέα της Λυδίας, Κανδαύλη και το γιο του Μύρση. Φαίνεται όμως ότι σε όλο το χρονικό διάστημα επί δυναστείας των Ηρακλειδών η Λυδία, όπως ισχυρίζονται πολλοί αλλά δεν έχει αποδειχθεί από εγχώριες πηγές, διατελούσε υπό επικυριαρχία των Ασσυρίων, του πολιτισμού των οποίων η Λυδία ήταν πρόσκοπος στη Μ. Ασία.

Ιωνικός πόλεμος


Με την άνοδο στο θρόνο της Λυδίας του Γύγου αρχίζει και η καθαρά ιστορική περίοδος της χώρας. Η νέα Δυναστεία των Μερμνάδων επεκτείνει τη κυριαρχία της προς Δ. και ακολουθεί η προσάρτηση των ελληνικών παράλιων πόλεων (Έφεσος, Σμύρνη, Φώκαια, Κολοφώνα, Κλαζομενές, Ερυθρές, Αιγές, Γρύνιο, Μύρρινα, Νότιο, Λέβεδος, Κλάρος, Νέο Τείχος, Τέω, Κύμη, Λαρίσα κ.ά. προς δημιουργία και ναυτικής Λυδικής δύναμης. Το πρόγραμμα όμως αυτό της επέκτασης επιβράδυνε επειδή ο Γύγης προσπάθησε να απαλλαγεί από τους Ασσύριους που το κατόρθωσε (652-647 π.Χ.) όταν τότε ακριβώς είχαν αποστατήσει των Ασσυρίων η Ελυμαΐς, η Χαλδαία, η Συρία, και η Παλαιστίνη. Στη συνέχεια ο Γύγης έστρεψε τη προσοχή του στη Αιολίδα και μετά στις Ιωνικές πόλεις επωφελούμενος διαίρεσης και αντιζηλιών και προκειμένου θέσει και τα Ιερά υπ΄ αυτού, ο περιστοιχιζόμενος από ποιητές και Ελλήνων Τυράννων Ελλανολυδός αυτός Μεμνάδης, έστειλε πλούσια δώρα στους Δελφούς. Τον Ιωνικό αυτό πόλεμο συνέχισε ο γιος του Άρδυς. Και ενώ οι Σμυρναίοι κατάφεραν να εκβάλουν τους Λυδούς η Πριήνη κυριεύθηκε, ενώ κινδύνευσε η Μίλητος όταν στη Λυδία και Ιωνία επιδρομή των Κιμμερίων διέκοψε αυτό. Μετά τη θυελλώδη αποχώρηση των οποίων ο Ιωνικός πόλεμος επαναλήφθηκε το (623 π.Χ.) από τον διάδοχο του Άρδυ, Σαδυάττου (628-616) που στράφηκε μετά την υποταγή της Φρυγίας κατά της Μιλήτου, που όμως ούτε αυτός ούτε ο διαδεχθείς αυτόν Αλυάττης κατάφεραν να την καταλάβουν. Τότε και η επιδρομή των Μήδων όπου μετά αγώνα έξι ετών ορίσθηκε σύνορο των δύο χωρών ο ποταμός Άλυς.

Εποχή Κροίσου


Κατά το 560 π.Χ. στο θρόνο της Λυδίας ανήλθε ο Κροίσος που κατάφερε με την κατάληψη των πόλεων Εφέσου και Σμύρνης να καθυποτάξει όλους τους Ίωνες και να ολοκληρώσει το πρόγραμμα της Δυναστείας των Μεμνάδων. Και ενώ βρισκόταν στην ακμή της δόξας του και η πρωτεύουσα Σάρδεις ήταν εστία ακμαίου εμπορίου, εντευκτήριο σοφών και καλλιτεχνών, επήλθε το τέλος με τη μάταιη και ατυχή συμμαχία με άλλους Ηγεμόνες κατά του Βασιλέως των Περσών Κύρου του πρεσβύτερου ( - συμμαχία έκαναν οι Κροίσος της Λυδίας, Άμασις της Αιγύπτου και ο Λαβύνητος της Βαβυλώνας).
Επελθόντος του Κύρου ο Κροίσος ηττήθηκε με αποτέλεσμα την άλωση των Σάρδεων (546 π.Χ.) και την καθυπόταξη της Ιωνίας. Έκτοτε η Λυδία, εκτός των παράλιων Ιωνικών πόλεων που μετά τους νικηφόρους πολέμους των Ελλήνων κατά των Περσών είχαν ανακτήσει την ελευθερία τους, αποτελούσε χώρα του περσικού κράτους.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΟΙΣΟ


Ο Κροίσος (596 π.Χ. - 546 π.Χ.), γιος του Αλυάττη, ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Λυδίας της δυναστείας των Μερμνάδων. Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του η Λυδική επιρροή έφτασε στην μεγαλύτερη ακμή της αφού διοικούσε όλη την περιοχή δυτικά του ποταμού Άλυ.
Ήταν ξακουστός σε όλο τον αρχαίο κόσμο για τα αμύθητα πλούτη του και το παλάτι του στις Σάρδεις ήταν ένα από τα μεγαλύτερα οικοδομήματα της εποχής.


Από τους φόρους που του έδιναν οι ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας και από τα χρυσωρυχεία του Πακτωλού ποταμού, γινόταν όλο και πιο πλούσιος και πιο περήφανος για τα πλούτη του. Πίστευε μάλιστα ότι δεν υπήρχε πιο ευτυχισμένος άνθρωπος από αυτόν στον κόσμο. Γι' αυτό παραξενεύτηκε και θύμωσε πολύ όταν κάποτε πήγε στο παλάτι του ο Σόλων και όταν ο Κροίσος περηφανεύτηκε ότι είναι ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου, ο σοφός Έλληνας του αποκρίθηκε: «μηδένα πρό του τέλους μακάριζε», δηλαδή, «μην καλοτυχίζεις κανέναν προτού δεις το τέλος του».
Και στ' αλήθεια πλήθος συμφορές βρήκαν τον Κροίσο. Ο γιος του ο Άτυς σκοτώθηκε στο κυνήγι και ο ίδιος νικήθηκε από το βασιλιά των Περσών Κύρο και αιχμαλωτίστηκε. Τη στιγμή μάλιστα που ανεβασμένος στη φωτιά ο Κροίσος ετοιμαζόταν να πεθάνει, θυμήθηκε τα λόγια του Σόλωνα και φώναξε μετανιωμένος τρεις φορές «Σόλων! Σόλων! Σόλων!». Ο Κύρος, που τον άκουσε, ζήτησε να μάθει τι σήμαινε η επίκληση αυτή, και ακούγοντας την ιστορία, χάρισε στον Κροίσο τη ζωή και τον κράτησε κοντά του ως σύμβουλο.

Πολύτιμα αναθήματα του Κροίσου στους Δελφούς

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο , ο Κροίσος θέλησε κάποια στιγμή να ανακαλύψει ποιο από τα μεγάλα μαντεία του τότε γνωστού κόσμου ήταν αυτό που έδινε τους πιο αξιόπιστους χρησμούς. Έστειλε λοιπόν πρεσβείες στα σημαντικότερα μαντεία δίνοντας εντολή την εκατοστή ημέρα από την αναχώρησή τους από τις Σάρδεις να θέσουν το ερώτημα τι κάνει εκείνη τη στιγμή ο βασιλιάς των Λυδών, ο Κροίσος, γιος του Αλυάττη. Όταν οι Λυδοί απεσταλμένοι μπήκαν την εκατοστή ημέρα στο μαντείο των Δελφών για να ζητήσουν το χρησμό, η Πυθία αποκρίθηκε έμμετρα: Ηξεύρω εγώ τον αριθμόν της άμμου και τα μέτρα της θαλάσσης. Νοώ τον βουβόν και τον ακούω, χωρίς να ομιλεί. Ήλθεν εις τας αισθήσεις μου οσμή σκληροδέρμου χελώνης, η οποία βράζει ομού με αρνίσια κρέατα εις χάλκινον αγγείον. Υποκάτω αυτής είναι χαλκός και άνωθεν πάλιν χαλκός. Οι απεσταλμένοι κατέγραψαν την απάντηση και επέστρεψαν στις Σάρδεις. Εκεί ο Κροίσος διάβαζε όλες τις απαντήσεις που του έφεραν οι άνθρωποί του από όλα τα μαντεία. Μόλις διάβασε την απάντηση της Πυθίας έσκυψε και προσκύνησε γιατί πείστηκε ότι ήταν το μόνο αληθινό μαντείο. Πράγματι, τη συγκεκριμένη ημέρα που είχε ορμηνέψει τους απεσταλμένους του να θέσουν το ερώτημα, ο Κροίσος έβαλε κομμάτια από χελώνα και αρνί να βράσουν μαζί σε χάλκινο λεβέτι, σκεπασμένο με χάλκινο καπάκι. Στη συνέχεια ο Κροίσος θέλησε να ευχαριστήσει, αλλά και να προσεταιριστεί, το Mαντείο των Δελφών, αλλά και αυτό του Αμφιάραου, καθώς φαίνεται πως και αυτό είχε δώσει σωστή απάντηση (η οποία όμως δεν παραδίδεται). Έκανε λοιπόν κατ' αρχήν θυσία, τρεις χιλιάδες από κάθε είδους σφάγια. Στη συνέχεια άναψε πυρά καίγοντας πολύτιμα αντικείμενα. Μετά τη θυσία έλιωσε χρυσάφι και έφτιαξε ράβδους, που καθεμιά ζύγιζε δυόμιση τάλαντα. Έφτιαξε επίσης και ράβδους από ήλεκτρο (χρυσάργυρο) που ζύγιζαν δύο τάλαντα. Έδωσε ακόμη εντολή στους τεχνίτες του να κατασκευάσουν ομοίωμα λιονταριού από ατόφιο χρυσάφι, που ζύγιζε δέκα τάλαντα. Την εποχή του Ηροδότου βρισκόταν στον θησαυρό των Κορινθίων, αλλά μειωμένο κατά τρεισήμισι τάλαντα, τα οποία το ιερατείο του Δελφού είχε λιώσει για να χρησιμοποιήσει διαφορετικά. Όλα αυτά τα χρυσά αντικείμενα ο Κροίσος τα έστειλε στους Δελφούς μαζί και με ορισμένα πολύτιμα αναθήματα όπως δύο τεράστιους κρατήρες, έναν από χρυσό κι έναν από άργυρο, τους οποίους οι ιερείς είχαν τοποθετήσει εκατέρωθεν της εισόδου του ναού του Απόλλωνα. Μετά την πυρκαγιά που κατέκαυσε το ναό οι κρατήρες αυτοί μετακινήθηκαν και ο χρυσός τοποθετήθηκε στον θησαυρό των Κλαζομενίων, ενώ ο αργυρός επανατοποθετήθηκε στη γωνία του πρόναου. Μέσα στον κρατήρα αυτόν γινόταν η κράση νερού και κρασιού κατά την εορτή των Θεοφανίων. Μάλιστα στους Δελφούς λεγόταν ότι τον κρατήρα αυτόν είχε φιλοτεχνήσει ο Θεόδωρος από τη Σάμο. Τα αναθήματα του Κροίσου περιλάμβαναν ακόμη τέσσερις ασημένιους πίθους, που βρίσκονταν στον θησαυρό των Κορινθίων, και δύο περιρραντήρια από πολύτιμα μέταλλα αλλά και το άγαλμα μιας γυναίκας,από χρυσάφι, που λεγόταν ότι απεικόνιζε τη γυναίκα που του ζύμωνε το ψωμί. Τέλος, ανέθεσε στο ιερό περιδέραια και ζώνες που ανήκαν στη γυναίκα του και διάφορα άλλα μικρότερα λειτουργικά σκεύη.

Σαρδεις

Οι Σάρδεις ήταν αρχαιότατη μικρασιατική πόλη στη Λυδία, της οποίας υπήρξε και πρωτεύουσα. Ήταν χτισμένη στο «Σαρδιανό πεδίο», την πεδιάδα δηλαδή που εκτεινόταν ανάμεσα στο όρος Τμώλο και τον Έρμο ποταμό και διαρρεόταν από τον περίφημο Πακτωλό ποταμό. Η θέση της αυτή ήταν τέτοια, ώστε να αποτελεί σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο δρόμων που οδηγούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις της Μ. Ασίας και πήγαιναν προς την Αρμενία, τη Μεσοποταμία, την Περσία. Απείχε από την παραλία 100 περίπου χιλιόμετρα και εκτός από τη σημαντική συγκοινωνιακή θέση της, διέθετε και ακρόπολη, που ονομαζόταν Ύδη. Οι επαφές της με διάφορες χώρες μαρτυρούνται από τα διάφορα ευρήματα που έφεραν στο φως οι έρευνες στην περιοχή των Σάρδεων. Τα συμπεράσματα από τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι οι επαφές των κατοίκων των Σάρδεων ήταν διάφορες, εμπορικές, πολιτιστικές και καλλιτεχνικές και σε εποχές αρκετά παλιές, ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους.

Ιστορία

Η πρώτη δυναστεία που βασίλεψε στις Σάρδεις ήταν η δυναστεία των Ηρακλειδών, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος. Ο τελευταίος αντιπρόσωπος της δυναστείας αυτής, σύμφωνα πάντοτε με τον Ηρόδοτο, ήταν ο Κανδαύλης, που δολοφονήθηκε από τον ιδρυτή της νέας δυναστείας των Μερμιναδών, τον Γύγη, που αποτελεί και ενδιαφέροντα ιστορικό σταθμό, γιατί είναι κατά τον Ηρόδοτο ο πρώτος που έκοψε νομίσματα. Αυτό βέβαια ήταν ένας απλός θρύλος γιατί οι έρευνες των τελευταίων χρόνων απέδειξαν ότι εκείνος που πρώτος έκοψε νομίσματα στην ιστορία υπήρξε ο Αλυάττης, που βασίλευσε στα τέλη του 7ου αι. π.Χ., ενώ η άνοδος του Γύγη στο βασιλικό θρόνο των Σάρδεων τοποθετείται γύρω στο 692 π.Χ. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η βασιλεία του Γύγη μετά από τη δολοφονία του Κανδαύλη, συνδέεται πιθανότατα με τις επιθέσεις των Κιμμέριων εναντίον της Λυδίας και κυρίως των Σάρδεων και αποτελεί μέτρο για τη σωτηρία της χώρας. Είναι γεγονός ότι στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. οι Κιμμέριοι έφτασαν να καταλάβουν μία ή δύο φορές την Ακρόπολη των Σάρδεων.
Μέχρι τα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ., οι Σάρδεις και το Λυδικό κράτος γενικά πέρασαν περίοδο μεγάλης ακμής. Τη σειρά του Γύγη και του Αλυάττη συμπληρώνει ο περίφημος Κροίσος, περί το 546 π.Χ. στην εποχή του οποίου κατέστη πρωτεύουσα του κράτους του και μία από τις πλουσιότερες πόλεις της περιόδου εκείνης. Ακολούθως οι Σάρδεις κυριεύτηκαν από τους Πέρσες όπου και κατέστη το κέντρο της Σατραπέιας της Λυδίας υπό την Περσική Αυτοκρατορία. Από την εποχή αυτή έχουν ανακαλυφθεί πάρα πολλοί λυδικοί τάφοι και κατοικίες.
Στο χρονικό διάστημα 547 π.Χ.(χρόνο της άλωσης των Σάρδεων) μέχρι το 334 π.Χ. οι Σάρδεις και η Λυδία αποτέλεσαν περσική σατραπεία. Είναι γνωστοί στην ελληνική ιστορία οι σατράπες Τισσαφέρνης, Κύρος ο νεότερος και Αρταφέρνης. Το 499 π.Χ., στη διάρκεια της ιωνικής επανάστασης, η πόλη πυρπολήθηκε και τότε καταστράφηκε ο περίφημος Ναός της Κυβέλης. Τότε καταστράφηκαν και τα περσικά ιερά των Σάρδεων και για να εκδικηθούν οι Πέρσες την Αθήνα που υποκίνησε την επανάσταση, έκαψαν αργότερα τα οικοδομήματα της Ακρόπολης των Αθηνών. Σε όλη τη διάρκεια της υποταγής των Σάρδεων στους Πέρσες σατράπες η πόλη γνώρισε μεγάλη πολυτέλεια, αλλά το χαρακτηριστικό είναι ότι η τέχνη αντί να παρουσιάζει επιδράσεις περσικές έχει σαφείς τις ελληνικές, πράγμα που μαρτυρούν τα διάφορα ευρήματα που χρονολογούνται στην εποχή αυτή.
Το 334 π.Χ. οι Σάρδεις παραδόθηκαν στον Μέγα Αλέξανδρο όπου και αναδείχθηκε σε σημαίνουσα ελληνική πόλη της Αυτοκρατορίας του αλλά και σε όλη την ελληνιστική περίοδο. Αλλά και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο οι Σάρδεις συνέχισαν να διατηρούν τον ελληνικό χαρακτήρα φθάνοντας στο τιμητικό τίτλο της "Μητρόπολης". Στο μεγάλο όμως σεισμό που συνέβη το 17 (μ.Χ.) η πόλη καταστράφηκε, γρήγορα όμως ανοικοδομήθηκε και κατά τους βυζαντινούς χρόνους η πόλη αποτέλεσε έδρα επισκόπου. Τελικά περιήλθε στους Οσμανίδες απ΄ όπου και την κατέλαβε ο Ταμερλάνος το 1402 οπότε και καταστράφηκε εκ θεμελίων.

Τέχνη

Στη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων οι Σάρδεις πήραν τελείως ελληνικό χαρακτήρα. Μετά τη μάχη της Μαγνησίας περιλήφθηκαν στο κράτος της Περγάμου. Στη διάρκεια της βασιλείας του Μ. Αλεξάνδρου, άρχισε να χτίζεται στις Σάρδεις ο ναός της Αφροδίτης, μαζί με την οποία ίσως λατρευόταν και η Κυβέλη. Στη θέση του ναού αυτού υπήρχε στη διάρκεια του 6ου και του 5ου αι. π.Χ. άλλο, μικρό ιερό. Ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ιδρύσει στην ακρόπολη της πόλης ναό, αφιερωμένο στο Δία.
Στη διάρκεια του 3ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν στις Σάρδεις θέατρο και Γυμνάσιο. Το 17 μ.Χ. καταστράφηκε από σεισμό. Ξανακτίστηκαν τότε ή επισκευάστηκαν διάφορα παλιά κτίρια, που είχαν πάθει μεγάλες βλάβες. Ιδρύθηκαν επίσης και νέα οικοδομήματα όπως το στάδιο, το λεγόμενο ωδείο και άλλα.

Ανασκαφές

Από τους παλαιοχριστιανικούς και τους βυζαντινούς χρόνους διασώθηκαν διάφορα κτίσματα, ανάμεσα στα οποία κατοικίες και τείχη.
Το 1912 ξεκίνησε η αρχαιολογική έρευνα της περιοχής και με τις ανασκαφές που ακολούθησαν ήλθαν στο φως πλείστα ερείπια ναών, αγορών, θεάτρων, καθώς και πολυάριθμα νομίσματα της αυτόνομης πόλης και των μετέπειτα αυτοκρατορικών περιόδων

Ελληνιστική περίοδος στη Λυδία

Με την εκστρατεία στην Ασία του Μ. Αλεξάνδρου η Λυδία καταλήφθηκε από τη στρατιά του Παρμενίωνα, με ελευθερία αυτοδιοίκησης και καταβολής κάποιας έννομης φορολογίας. Τη περίοδο των Επιγόνων απετέλεσε Σατραπεία του Μακεδονικού κράτους σε διαδοχική εξουσία διαφόρων στρατηγών τελικά περιήλθε οριστικά στους Σελευκίδες, από τους οποίους το (190 π.Χ.) αποσπάσθηκε από τους Ρωμαίους και δόθηκε στους Βασιλείς της Περγάμου. Ίσως κατά την ελληνιστική περίοδο να ιδρύθηκε η Λυδία από Λυδούς στρατιώτες στην Αραβία. Μετά δε της Διαθήκης περιήλθε στους Ρωμαίους μαζί με την Πέργαμο.

Βυζαντινή περίοδος στη Λυδία

Κατά τη Βυζαντινή περίοδο μέγα μέρος της αρχαίας Λυδίας αποτελούσε την επαρχία Λυδία (το όνομά της είχε χάσει η χώρα προ πολλών ετών) με 23 πόλεις.

Η Λυδία σήμερα


Επί τουρκοκρατίας απετέλεσε (και αποτελεί σήμερα) τμήμα του νομού του Αϊδινίου.

Νομίσματα Λυδίας

Τα πρώτα νομίσματα παγκοσμίως κόπηκαν στη Λυδία και συγκεκριμένα κατά τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., επί βασιλείας πιθανώς του Γύγου ήταν δε αυτά αγροίκα επεξεργασμένα αποτελούμενα από στατήρες ήλεκτρου και μικρότερων νομισμάτων κατά τα σταθμά Βαβυλωνίων και Φοινίκων. Τα παλαιότερα δε αυτών (700-637 π.Χ.) από τη μια όψη είναι άσημα από δε την άλλη φέρουν 3 ή 2 ή 1 έγκοιλο τετράγωνο με κεφαλή αλεπούς ή ελαφιού. Τα κοπέντα επί Σαδυάττου και Αλυάττου (637-568) φέρουν: (ένα) επί μιας όψης πρόσθια λέοντος και ταύρου αντίνοτα στραμμένα και επί της άλλης τρία έγκοιλα , (άλλο) επί της μιας όψης λέοντα κείμενο στρέφουσα τη κεφαλή χαίνουσα και επί της άλλης 3 έγκοιλα ως προηγούμενο. Τα δε επί Κροίσου (560-516) που είναι πλέον χρυσά ή αργυρά και όχι από ήλεκτρο φέρουν επί της μίας όψης λέοντα και ταύρο αντιμέτωπους και επί της άλλης έγκοιλο επίμηκες χωρισμένο στο ήμισυ. Αυτά δε βρέθηκαν να είναι Ευβοϊκού και Βαβυλωνιακού κανόνα σταθμών με διάφορες υποδιαιρέσεις στατήρων. Μετά την κατάληψη της Λυδίας από τους Πέρσες και στη συνέχεια από τους Επιγόνους και Ρωμαίους δεν κόπηκαν άλλα νομίσματα πλην όμως κόπηκαν από επιμέρους πόλεις της Λυδίας όπως στην Πέργαμο κ.ά..
Σύντομα μετά την πρώτη εμφάνιση των νομισμάτων αυτών ακολούθησαν κατά τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. και τα πρώτα ελληνικά νομίσματα, ιδιαίτερα οι ενεπίγραφοι στατήρες του Φάνη οι οποίοι πιθανώς σχετίζονταν με την Έφεσο.

ΠΗΓΕΣ





ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ